Πριν από λίγο διάστημα είχα διαβάσει σ’ένα άρθρο – και δε θυμάμαι και σε ποιο για να κάνω μια παραπομπή – πως ένας απ’ τους λόγους που κάνουμε παιδιά είναι για να «αψηφήσουμε το θάνατο». Σε θεωρητικό επίπεδο, κι επειδή είμαι και διαβασμένο κορίτσι, μπόρεσα να το καταλάβω απ’ την αρχή. Πρόκειται για την βιολογική ανάγκη, η οποία είναι ταυτόχρονα και κοινωνική πλέον, κάθε ανθρώπου ν’ αφήσει κάτι πίσω του, να παραμείνει μέρος του γενετικού του υλικού σ’ αυτό τον κόσμο, ακόμα κι αφού ο ίδιος έχει πεθάνει.

Και συμφωνώ. Άλλωστε πολλά απ’ τα πράγματα που κάνουμε στη ζωή έχουν να κάνουν με την ανάγκη μας για κάποιου είδους υστεροφημία. Είτε θέλουμε να γίνουμε διάσημοι σ’ όλο τον κόσμο, είτε να μας θυμούνται η οικογένεια και οι φίλοι μας, ο επαγγελματικός και κοινωνικός μας περίγυρος, κ.ο.κ. Με κάποιο τρόπο, θέλουμε όλοι να «αψηφήσουμε το θάνατο». Μ’ αυτές τις φιλοσοφικές σκέψεις κι αναζητήσεις, με πιάνει καμιά φορά, είχα αφήσει πίσω μου εκείνο το άρθρο, ή έτσι νόμιζα.

family vintage

Πριν από λίγες ημέρες περπατούσα με τα παιδιά προς το σπίτι. Βράδυ, γυρνούσαμε από κάποια δραστηριότητα των παιδιών. Κάπως ξεκίνησε η συζήτηση, κάτι με ονόματα με ρώτησε ο γιος, ποιος έχει τίνος τ’ όνομα ή κάτι τέτοιο. Έτσι η κουβέντα πήγε στο τίνος όνομα έχω εγώ, η θεία, η άλλη η θεία, ποια γιαγιά ήταν εκείνη, ποιος παππούς, κλπ. Κατέληξα, ένα χειμωνιάτικο βράδυ, σε μια γειτονιά μιας πόλης, σε μια χώρα της Ευρώπης, περπατώντας σπίτι με τα μικρά μου παιδιά να μιλάω για τους γονείς μου, για τους γονείς τους και για τους γονείς των γονιών τους. Γι’ ανθρώπους που είχαν φύγει 15, 35 ή και παραπάνω χρόνια πριν, γι’ ανθρώπους που δεν ήταν μαζί μας εδώ και πολύ καιρό, για ορισμένους που ούτε καν εγώ πρόλαβα να γνωρίσω, αλλά οι οποίοι είχαν, τελικά, αψηφήσει το θάνατο.

Ναι, έτσι έμεινα κι εγώ κάγκελο ξέρεις. Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πολύ καλύτερα τι εννοούσε εκείνο το άρθρο. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μου είχαν αψηφήσει με κάποιο τρόπο το θάνατο, γιατί εγώ ακόμα τους θυμάμαι, ή θυμάμαι την ύπαρξή τους. Είχαν αψηφήσει το θάνατο γιατί άφησαν εμένα πίσω τους. Γιατί εγώ μίλησα και θα μιλάω στα παιδιά μου γι’ αυτούς και θα τους δείχνω φωτογραφίες τους.

Γιατί, για εμένα, για εμάς, υπάρχουν ακόμα.

grandma

Advertisements