Οι ψυχολόγοι – λέει – έχουν παρατηρήσει ότι συχνά, τα παιδιά στην εφηβική ηλικία αντιμετωπίζουν ορισμένες έντονες συναισθηματικές καταστάσεις «πετώντας» το συναισθηματικό βάρος στους γονείς τους.

Διαβάζοντας το συγκεκριμένο άρθρο μου ήρθε κι εμένα μια μακρινή ανάμνηση. Φοιτήτρια, στην Αθήνα, χρόνια πριν, τον καιρό που κινητά είχαν μόνο τα παιδιά των «Βορείων Προαστίων» εκεί, δεν είχα ούτε σταθερό στα φοιτητόσπιτα που νοίκιαζα. Δεν ήμασταν, ούτε ήμαστε, οικογένεια που νιώθει την ανάγκη να μιλάει καθημερινά στο τηλέφωνο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είμαστε συναισθηματικά δεμένοι.

Αφού λοιπόν δεν υπήρχε τρόπος να μου τηλεφωνήσουν οι γονείς, όσο κι αν ήθελαν, καθώς το 18, 19, 20χρονο κοριτσάκι τους ζούσε ολομόναχο στην μεγάλη Αθήνα, έπρεπε εγώ να τους πάρω τηλέφωνο. Και, καθώς διάβαζα το άρθρο, συνειδητοποίησα ότι έπαιρνα συχνότερα τηλέφωνο τις περιόδους που δεν ήμουν σε τόσο καλή διάθεση.

Χαρακτηριστική μάλιστα είναι η ατάκα της, σοφής από την εμπειρία της ζωής, μάνας μου, η οποία μια μέρα εκεί απ’ το πουθενά μου είπε «Ξέρω πως όταν δεν παίρνεις τηλέφωνο είσαι καλά, δεν μ’ έχεις ανάγκη». Γιατί στ’ αλήθεια, όταν δεν ήμουν καλά, ήθελα να της μιλήσω, ν’ ακούσω τη φωνή της, να της πω γιατί δεν ήμουν καλά, ή απλώς ότι ΔΕΝ ήμουν καλά, να απορρίψω τα δύσκολα συναισθήματα σ’ αυτήν.

Ποτέ δεν αναρρωτήθηκα με ποιο τρόπο διαχειριζόταν η μητέρα μου το βάρος που της φόρτωνε η μικρή της κόρη. Είχε άραγε κάποιον, τις μεγαλύτερες κόρες, τον πατέρα, τις φίλες της, να την στηρίξει και να τις φτιάξει τη διάθεση; Φαντάζομαι πως αν και όταν έρθει η σειρά μου θα θέλω κάποιο συναισθηματικό αποκούμπι, ώστε να μπορώ να διαχειριστώ το βάρος που θα μου αποθέσουν τα παιδιά, ώστε να μπορούν τα ίδια να ξεπεράσουν τη δυσκολία γρήγορα, να σφίξουν τις γροθιές και να συνεχίσουν την προσπάθεια για ότι καλύτερο μπορούν.

Γι’ αυτό δεν είναι οι γονείς;

Advertisements