Μια συνήθεια είναι κάτι που δημιουργείται με την επανάληψη στη διάρκεια κάποιων μηνών ή και χρόνων. Επιπλέον, είναι κάτι που δύσκολα το ξεφορτώνεσαι από τη στιγμή που θα γίνει μέρος της ενστικτώδους συμπεριφοράς σου. Για παράδειγμα, μια μαμά κι ένας μπαμπάς, ένας άνθρωπος που έχει στη φροντίδα του μικρότερους ανθρώπους τέλος πάντων, έχει τη συνήθεια όταν σηκώνεται να ετοιμάζει πρωινό για το μικρότερο άνθρωπο.

Όλα καλά μέχρι εδώ. Η συνήθεια υπάρχει, μόλις θα σηκωθώ και δω ότι ένα απ’ τα μικρά είναι τυχόν ξύπνια θα τους ρωτήσω κάποια στιγμή τι θέλουν για πρωινό. Η απάντηση ποικίλει, από «δημητριακά», σε «φέτα με μαρμελάδα/μερέντα», σε «δεν ξέρω τι θέλω να φάω/ τι να κάνω στη ζωή μου/κλπ». Κι αφού σερβιριστεί το πρωινό κι αρχίσει η κατανάλωσή του, η ημέρα συνεχίζεται.

Σήμερα το πρωί όμως, το σενάριο άλλαξε. Ο διάλογος είχε ως εξής:

Μπαμπάς: Καλημέρα αγορίνα. Τι θέλεις για πρωινό;

Γιος: Μπορώ να βάλω και μόνος μου πρωινό.

Ο μπαμπάς δεν απάντησε, και δεν τον έβλεπα για να ξέρω το ύφος του. Η μαμά, εγώ δηλαδή, μπήκε μέσα στα σκεπάσματα και προσπαθούσε να μη γελάσει πολύ δυνατά. Γιατί, τελικά, στ’ αλήθεια ο μικρός ετοίμασε μόνος του πρωινό. Επίσης, ετοίμασε και το πρωινό της αδελφής του.

Κάποιος μεγάλωσε πολύ και να ‘δω τώρα πόσο καιρό θα μας πάρει ν ‘ αλλάξουμε συνήθειες.

Advertisements